Skip to content

Κρίση καυσίμων στην ΕΕ: €30 ακριβότερο το γέμισμα με ντίζελ

Πέτρος Ιωάννου

Η κρίση καυσίμων πιέζει την Ευρώπη: ελλείψεις σε πρατήρια, έκτακτες επιδοτήσεις και έως 30 ευρώ επιπλέον κόστος για κάθε γέμισμα με ντίζελ.

1 λεπτά ανάγνωση | 23 Σεπ 2026

Η νέα κρίση καυσίμων στην Ευρώπη περνά πλέον από τις διεθνείς αγορές απευθείας στην καθημερινότητα εκατομμυρίων οδηγών, επιχειρήσεων και επαγγελματιών.

Οι αναταράξεις στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και οι δυσκολίες στην προσφορά προϊόντων διύλισης έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μείγμα, με το πετρέλαιο κίνησης να βρίσκεται στο επίκεντρο των ανατιμήσεων.

Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες οι τιμές έχουν ανέβει σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν εδώ και χρόνια, ενώ στη Γαλλία έχουν εμφανιστεί ακόμη και τοπικές ελλείψεις σε πρατήρια.

Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα δύσκολη για την Ευρωπαϊκή Ένωση λόγω της μεγάλης εξάρτησής της από το ντίζελ. Παρά τη σταδιακή στροφή προς την ηλεκτροκίνηση, εκατομμύρια ΙΧ, φορτηγά και επαγγελματικά οχήματα εξακολουθούν να χρησιμοποιούν πετρέλαιο κίνησης.

Το αποτέλεσμα είναι ότι κάθε νέα διεθνής αναταραχή μεταφέρεται πολύ γρήγορα στο κόστος μετακίνησης, στις μεταφορές προϊόντων και τελικά στις τιμές που πληρώνει ο καταναλωτής.

Κρίση καυσίμων: Το ντίζελ στο επίκεντρο της νέας ανατίμησης

Η κατάσταση γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στα επίσημα στοιχεία της Eurostat.

Τον Αύγουστο του 2026, οι τιμές των καυσίμων και λιπαντικών για προσωπικές μετακινήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν αυξημένες κατά 23,8% σε σχέση με τον Αύγουστο του 2025.

Η άνοδος ήταν ακόμη πιο έντονη στο πετρέλαιο κίνησης.

Μόνο μεταξύ Ιουλίου και Αυγούστου, η τιμή του ντίζελ στην ΕΕ αυξήθηκε κατά 8,3%, ενώ η αντίστοιχη αύξηση στη βενζίνη ήταν 3,3%.

Η εξέλιξη δείχνει ότι το ντίζελ δέχεται δυσανάλογα μεγαλύτερη πίεση σε σχέση με άλλα καύσιμα.

Η κατάσταση αυτή δεν είναι μόνο αριθμητική.

Μεταφράζεται σε δεκάδες ευρώ επιπλέον κάθε φορά που ένας οδηγός γεμίζει το αυτοκίνητό του.

Έως 30 ευρώ περισσότερο για ένα γέμισμα

Ανάλυση της ευρωπαϊκής οργάνωσης Transport & Environment καταγράφει το μέγεθος της επιβάρυνσης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της, ένας Ευρωπαίος οδηγός μπορεί να πληρώνει περίπου 30 ευρώ περισσότερα για να γεμίσει ένα συνηθισμένο ρεζερβουάρ ντίζελ 50 λίτρων σε σχέση με τις τιμές πριν από την ένταση της κρίσης.

Η διαφορά αυτή είναι τεράστια για όσους χρησιμοποιούν καθημερινά το αυτοκίνητο.

Ένας οδηγός που γεμίζει δύο φορές τον μήνα επιβαρύνεται θεωρητικά με περίπου 60 ευρώ επιπλέον.

Σε ετήσια βάση, εφόσον οι τιμές παρέμεναν στα ίδια επίπεδα, η πρόσθετη επιβάρυνση θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 700 ευρώ.

Για επαγγελματίες και επιχειρήσεις που καταναλώνουν πολλαπλάσια ποσότητα καυσίμου, το κόστος είναι πολύ μεγαλύτερο.

203 εκατ. ευρώ την ημέρα το πρόσθετο κόστος του ντίζελ

Η επιβάρυνση δεν περιορίζεται στα νοικοκυριά.

Σύμφωνα με την Transport & Environment, η αύξηση της τιμής του ντίζελ κοστίζει στην ευρωπαϊκή οικονομία περίπου 203 εκατ. ευρώ την ημέρα μόνο από την πρόσθετη κατανάλωση πετρελαίου κίνησης.

Η συνολική επιβάρυνση για τις οδικές μεταφορές εκτιμάται ακόμη υψηλότερα.

Η εικόνα αποκαλύπτει πόσο ευάλωτη παραμένει η ευρωπαϊκή οικονομία στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις.

Το ντίζελ χρησιμοποιείται ευρέως σε:

  • ιδιωτικά αυτοκίνητα,
  • βαρέα φορτηγά,
  • επαγγελματικά οχήματα,
  • λεωφορεία,
  • κατασκευαστικά μηχανήματα,
  • γεωργικό εξοπλισμό και
  • συστήματα μεταφοράς εμπορευμάτων.

Επομένως, η αύξηση της τιμής του έχει πολλαπλασιαστικές συνέπειες.

Η Γαλλία βλέπει και ελλείψεις στα πρατήρια

Μία από τις χώρες που αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη πίεση είναι η Γαλλία.

Η μέση τιμή καυσίμων στη χώρα έφτασε πρόσφατα σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ παρατηρήθηκαν προβλήματα διαθεσιμότητας σε ορισμένα πρατήρια.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που αναφέρονται στο δημοσίευμα, περίπου 14% των πρατηρίων αντιμετώπιζαν έλλειψη τουλάχιστον ενός τύπου καυσίμου.

Το φαινόμενο δεν σημαίνει ότι η Γαλλία έχει ξεμείνει συνολικά από καύσιμα.

Οι ελλείψεις εμφανίζονται κυρίως τοπικά, ιδιαίτερα σε πρατήρια που διατηρούν χαμηλότερες τιμές και επομένως δέχονται μεγαλύτερη ζήτηση.

Όταν πολλοί οδηγοί κατευθύνονται στα ίδια φθηνότερα πρατήρια, τα αποθέματα εξαντλούνται γρηγορότερα.

Οι υψηλές τιμές αλλάζουν ήδη τη συμπεριφορά των οδηγών

Εντυπωσιακή είναι και η αντίδραση των καταναλωτών.

Παρά τις ελλείψεις σε συγκεκριμένα πρατήρια, η συνολική κατανάλωση υγρών καυσίμων στη Γαλλία καταγράφηκε σημαντικά μειωμένη.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, η κατανάλωση ήταν περίπου 30% χαμηλότερη μέσα σε δέκα ημέρες σε σύγκριση με το αμέσως προηγούμενο δεκαήμερο.

Αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς οι υψηλές τιμές επηρεάζουν άμεσα την καθημερινή συμπεριφορά.

Οι πολίτες:

  • περιορίζουν περιττές μετακινήσεις,
  • συνδυάζουν περισσότερες δουλειές σε μία διαδρομή,
  • χρησιμοποιούν περισσότερο δημόσιες συγκοινωνίες,
  • μοιράζονται οχήματα,
  • εργάζονται εξ αποστάσεως όταν είναι εφικτό,
  • αναζητούν τα φθηνότερα πρατήρια.

Η λεγόμενη «καταστροφή ζήτησης» είναι μία φυσική συνέπεια όταν η τιμή ενός βασικού αγαθού αυξάνεται πολύ γρήγορα.

Η Γαλλία ανακοινώνει πακέτο 450 εκατ. ευρώ

Η γαλλική κυβέρνηση κινήθηκε ήδη προς την κατεύθυνση νέων επιδοτήσεων.

Ανακοίνωσε πακέτο περίπου 450 εκατ. ευρώ, με στόχο να παραταθούν και να ενισχυθούν τα μέτρα στήριξης για συγκεκριμένες ομάδες έως το τέλος του έτους.

Μεταξύ των μέτρων περιλαμβάνεται επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης που χρησιμοποιείται σε αγροτικές δραστηριότητες.

Για τους αγρότες προβλέπεται στήριξη περίπου 15 λεπτών ανά λίτρο για μη οδικές χρήσεις.

Παράλληλα, για συγκεκριμένα φορτηγά και επαγγελματικά οχήματα στον κατασκευαστικό κλάδο προβλέπεται επιδότηση της τάξης των 20 λεπτών ανά λίτρο.

Μεγαλύτερη στήριξη για εργαζομένους που χρειάζονται αυτοκίνητο

Ένα ακόμη μέτρο αφορά χαμηλόμισθους εργαζομένους που εξαρτώνται από το όχημά τους για τη δουλειά.

Η ενίσχυση για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων διπλασιάζεται.

Από περίπου 20 λεπτά ανά λίτρο ανεβαίνει στα 40 λεπτά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν εργαζόμενοι όπως νοσηλευτές που πραγματοποιούν κατ’ οίκον επισκέψεις και επομένως δεν έχουν τη δυνατότητα να περιορίσουν σημαντικά τις μετακινήσεις τους.

Το πακέτο δείχνει το δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Από τη μία πλευρά πρέπει να στηρίξουν τους πολίτες.

Από την άλλη, κάθε μεγάλη επιδότηση καυσίμων έχει δημοσιονομικό κόστος.

Γιατί οι τιμές διαφέρουν τόσο πολύ από χώρα σε χώρα

Ένα λίτρο ντίζελ μπορεί να κοστίζει πολύ διαφορετικά ανάλογα με το ευρωπαϊκό κράτος στο οποίο βρίσκεται ο οδηγός.

Η βασική αιτία είναι η φορολογία.

Κάθε χώρα έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει διαφορετικά επίπεδα ειδικών φόρων κατανάλωσης πάνω από τα ελάχιστα ευρωπαϊκά όρια.

Στη συνέχεια προστίθεται ο ΦΠΑ.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν η τιμή χονδρικής του καυσίμου είναι παρόμοια, η τελική τιμή στην αντλία μπορεί να απέχει δεκάδες λεπτά ανά λίτρο από χώρα σε χώρα.

Από 1,83 έως 2,50 ευρώ το λίτρο στην Ευρώπη

Οι αποκλίσεις είναι εντυπωσιακές.

Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει το δημοσίευμα για τα μέσα Σεπτεμβρίου, ένα λίτρο ντίζελ κόστιζε περίπου:

  • 2,50 ευρώ στη Δανία και τη Φινλανδία,
  • περίπου 2,29 ευρώ στη Γαλλία,
  • περίπου 1,83 ευρώ στην Ισπανία.

Η διαφορά ανάμεσα στην ακριβότερη και τη φθηνότερη από αυτές τις περιπτώσεις πλησιάζει τα 70 λεπτά ανά λίτρο.

Σε ένα ρεζερβουάρ 50 λίτρων, αυτό σημαίνει διαφορά περίπου 35 ευρώ για το ίδιο καύσιμο.

Η φορολογία αποτελεί τεράστιο μέρος της τελικής τιμής

Στην Ευρώπη τα καύσιμα φορολογούνται ιδιαίτερα βαριά.

Σε αρκετές χώρες, περισσότερο από το μισό –και σε ορισμένες περιπτώσεις πολύ περισσότερο– της τελικής τιμής στην αντλία μπορεί να σχετίζεται με φόρους και ΦΠΑ.

Η φορολογική αυτή δομή εξηγεί γιατί μία μείωση φόρων μπορεί να έχει άμεση επίδραση στην τιμή.

Ωστόσο, υπάρχει και η άλλη πλευρά.

Οι φόροι στα καύσιμα αποτελούν σημαντικό έσοδο για τους κρατικούς προϋπολογισμούς.

Επομένως, κάθε μείωσή τους πρέπει να καλυφθεί είτε από άλλες πηγές εσόδων είτε μέσω υψηλότερου δημοσιονομικού ελλείμματος.

Eurostat: +23,8% τα καύσιμα μέσα σε έναν χρόνο

Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν πόσο γρήγορα εξελίχθηκε η κρίση.

Η Eurostat ανακοίνωσε ότι τον Αύγουστο του 2026 οι τιμές των καυσίμων και λιπαντικών για προσωπικές μετακινήσεις ήταν 23,8% υψηλότερες από έναν χρόνο πριν.

Τον Ιούνιο η αντίστοιχη ετήσια αύξηση ήταν 13,7%.

Τον Ιούλιο είχε φτάσει στο 16,9%.

Μέσα σε δύο μήνες, δηλαδή, ο ετήσιος ρυθμός ανατίμησης επιταχύνθηκε δραματικά.

Σε 26 από τα 27 κράτη-μέλη οι τιμές ήταν υψηλότερες από πέρυσι.

Πού σημειώθηκαν οι μεγαλύτερες αυξήσεις

Οι μεγαλύτερες ετήσιες αυξήσεις τον Αύγουστο καταγράφηκαν σε χώρες όπως:

  • η Βουλγαρία,
  • η Λιθουανία,
  • η Φινλανδία,
  • η Γερμανία και
  • η Γαλλία.

Σε αρκετές από αυτές, η αύξηση ξεπέρασε το 27%.

Συνολικά, 18 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέγραψαν ετήσια αύξηση πάνω από 20%.

Αυτό αποδεικνύει ότι η κρίση δεν αποτελεί μεμονωμένο πρόβλημα μίας ή δύο χωρών.

Πρόκειται για ευρωπαϊκό φαινόμενο.

Η Ελλάδα ανάμεσα στις μικρότερες αυξήσεις

Η Ελλάδα βρίσκεται μέχρι στιγμής σε σχετικά καλύτερη θέση όσον αφορά τον ρυθμό αύξησης.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, βρισκόταν ανάμεσα στις πέντε χώρες με τις μικρότερες αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα καύσιμα είναι φθηνά στην Ελλάδα.

Προτεινόμενα Οικονομία Παραγωγικότητα: Γιατί Είναι το Κλειδί για Υψηλότερους Μισθούς και Καλύτερο Βιοτικό Επίπεδο Οικονομία Επιτόκια: Τι Είναι, Ποιος τα Καθορίζει και Γιατί Επηρεάζουν Ολόκληρη την Οικονομία

Η χώρα εξακολουθεί να έχει υψηλή φορολογική επιβάρυνση και υψηλές απόλυτες τιμές σε αρκετές κατηγορίες.

Σημαίνει απλώς ότι η ποσοστιαία αύξηση σε σχέση με έναν χρόνο πριν ήταν χαμηλότερη από αυτή που καταγράφηκε σε μεγάλο μέρος της υπόλοιπης Ευρώπης.

Το ντίζελ ακριβαίνει πολύ ταχύτερα

Η μεγαλύτερη ανησυχία βρίσκεται στο πετρέλαιο κίνησης.

Μεταξύ Ιουλίου και Αυγούστου, το ντίζελ στην ΕΕ αυξήθηκε κατά 8,3%.

Η βενζίνη αυξήθηκε κατά 3,3%.

Η διαφορά είναι μεγάλη.

Τον προηγούμενο μήνα, από τον Ιούνιο προς τον Ιούλιο, οι αυξήσεις ήταν 4,3% για το ντίζελ και 4,7% για τη βενζίνη.

Άρα μέσα στον Αύγουστο η κατάσταση άλλαξε απότομα εις βάρος του πετρελαίου κίνησης.

Γιατί η Ευρώπη είναι τόσο εξαρτημένη από το ντίζελ

Για δεκαετίες η Ευρώπη προώθησε την πετρελαιοκίνηση.

Τη δεκαετία του 1990 και στις αρχές των 2000s, τα diesel οχήματα θεωρούνταν πιο οικονομικά.

Οι κινητήρες είχαν μικρότερη κατανάλωση και, με βάση τα τότε δεδομένα, χαμηλότερες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα ανά χιλιόμετρο.

Πολλές χώρες πρόσφεραν φορολογικά κίνητρα.

Η τιμή του πετρελαίου κίνησης ήταν συχνά χαμηλότερη από τη βενζίνη.

Αποτέλεσμα ήταν να γεμίσουν οι ευρωπαϊκοί δρόμοι με diesel αυτοκίνητα.

Σχεδόν 4 στα 10 αυτοκίνητα είναι diesel

Η κληρονομιά αυτής της πολιτικής παραμένει εμφανής.

Στοιχεία της Transport & Environment δείχνουν ότι περίπου 38% των επιβατικών αυτοκινήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση κινούνται με ντίζελ.

Παράλληλα, μεγάλο μέρος του στόλου είναι αρκετά παλιό.

Περίπου 30% των diesel αυτοκινήτων στην Ευρώπη είναι ηλικίας άνω των 15 ετών.

Αυτό σημαίνει ότι εκατομμύρια οδηγοί δεν έχουν τη δυνατότητα να αλλάξουν άμεσα τεχνολογία.

Πάνω από 40% της κατανάλωσης πετρελαϊκών προϊόντων είναι ντίζελ

Η εξάρτηση δεν περιορίζεται στα ΙΧ.

Το ντίζελ αντιπροσωπεύει πάνω από 40% της κατανάλωσης πετρελαϊκών προϊόντων στην ευρωπαϊκή οικονομία, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στην ανάλυση.

Το ποσοστό είναι περίπου διπλάσιο από αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η Ευρώπη είναι συνεπώς περισσότερο εκτεθειμένη από άλλες μεγάλες οικονομίες όταν η παγκόσμια αγορά ντίζελ αντιμετωπίζει έλλειψη ή μεγάλη ανατίμηση.

Τα φορτηγά μεταφέρουν την ακρίβεια σε ολόκληρη την οικονομία

Το πραγματικό οικονομικό πρόβλημα δεν τελειώνει στην αντλία.

Τα περισσότερα εμπορεύματα στην Ευρώπη μεταφέρονται σε κάποιο στάδιο της διαδρομής τους με φορτηγό.

Τα φορτηγά χρησιμοποιούν κατά κύριο λόγο diesel.

Όταν το κόστος καυσίμου ενός μεταφορέα αυξάνεται, το επιπλέον κόστος πρέπει κάπου να περάσει.

Συχνά ενσωματώνεται στην τιμή μεταφοράς.

Στη συνέχεια περνά στην τιμή χονδρικής.

Και τελικά μπορεί να εμφανιστεί στο ράφι.

Από τα καύσιμα στα τρόφιμα και στα προϊόντα

Ένα προϊόν που παράγεται στην Ισπανία και πωλείται στη Γερμανία μπορεί να διανύσει χιλιάδες χιλιόμετρα οδικώς.

Το ίδιο συμβαίνει με φρούτα, λαχανικά, γαλακτοκομικά, βιομηχανικά προϊόντα και πρώτες ύλες.

Η αύξηση του diesel επομένως αποτελεί πληθωριστικό παράγοντα.

Δεν πληρώνουν μόνο περισσότερο οι οδηγοί.

Πληρώνει περισσότερο και η αλυσίδα εφοδιασμού.

Η γεωπολιτική πίσω από την ενεργειακή αναταραχή

Η νέα ενεργειακή κρίση συνδέεται άμεσα με τις διεθνείς συγκρούσεις και τις διαταραχές στην παγκόσμια παραγωγή και διύλιση.

Οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή έχουν αυξήσει την αβεβαιότητα γύρω από την προσφορά πετρελαίου.

Παράλληλα, η κατάσταση στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας έχει επηρεάσει σημαντικές εγκαταστάσεις παραγωγής και διύλισης.

Η αγορά ντίζελ είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη, επειδή δεν αρκεί να υπάρχει διαθέσιμο αργό πετρέλαιο.

Χρειάζεται να υπάρχει και επαρκής δυνατότητα διύλισης για την παραγωγή πετρελαίου κίνησης.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το αργό πετρέλαιο

Ένα συχνό λάθος είναι να παρακολουθείται μόνο η διεθνής τιμή του Brent.

Η τελική τιμή του diesel εξαρτάται και από την αγορά των προϊόντων διύλισης.

Όταν υπάρχει περιορισμένη παραγωγή diesel, η τιμή του μπορεί να αυξάνεται πολύ ταχύτερα από την τιμή του αργού.

Η διαφορά μεταξύ του κόστους του πετρελαίου και της τιμής του διυλισμένου προϊόντος μπορεί να διευρυνθεί σημαντικά.

Αυτό ακριβώς είναι ένα από τα στοιχεία της τρέχουσας κρίσης.

Η «εποχή του diesel» επιστρέφει ως πρόβλημα

Η μεγάλη εξάρτηση της Ευρώπης από το πετρέλαιο κίνησης αποτελεί πλέον ένα είδος ιστορικής παγίδας.

Οι πολιτικές που κάποτε προωθούσαν το diesel ως οικονομική και αποδοτική επιλογή δημιούργησαν έναν τεράστιο στόλο οχημάτων που εξακολουθεί να χρειάζεται το συγκεκριμένο καύσιμο.

Η εικόνα άρχισε να αλλάζει μετά το σκάνδαλο Dieselgate.

Τότε έγινε σαφέστερο ότι οι πραγματικές εκπομπές οξειδίων του αζώτου από ορισμένα diesel αυτοκίνητα ήταν πολύ υψηλότερες από τις εργαστηριακές μετρήσεις.

Ακολούθησε σταδιακή στροφή προς υβριδικά και ηλεκτρικά οχήματα.

Ωστόσο, ο παλιός στόλος παραμένει στους δρόμους.

Η ηλεκτροκίνηση ως μακροπρόθεσμη απάντηση

Η Transport & Environment υποστηρίζει ότι η σημερινή κρίση δείχνει γιατί η Ευρώπη πρέπει να μειώσει γρηγορότερα την εξάρτησή της από το πετρέλαιο.

Η ηλεκτροκίνηση μπορεί να περιορίσει την έκθεση των μεταφορών στις απότομες μεταβολές των διεθνών τιμών πετρελαίου.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει στόχους για σημαντική αύξηση του εξηλεκτρισμού της οικονομίας μέχρι το 2040.

Το επιχείρημα είναι ότι όσο μεγαλύτερο μέρος των μεταφορών λειτουργεί με ηλεκτρισμό που παράγεται εντός της Ευρώπης, τόσο μικρότερη είναι η εξάρτηση από εισαγόμενο πετρέλαιο.

Οι προτάσεις για άμεση μείωση της κατανάλωσης

Η μετάβαση σε ηλεκτρικά οχήματα απαιτεί χρόνια.

Γι’ αυτό συζητούνται και βραχυπρόθεσμα μέτρα.

Μεταξύ των προτάσεων που έχουν παρουσιαστεί περιλαμβάνονται:

  • μείωση των ορίων ταχύτητας στους αυτοκινητοδρόμους,
  • αύξηση της τηλεργασίας,
  • μεγαλύτερη χρήση μέσων μαζικής μεταφοράς,
  • car sharing,
  • κίνητρα για αντικατάσταση παλαιών diesel οχημάτων.

Μία μείωση ταχύτητας κατά 10 χλμ./ώρα στους αυτοκινητοδρόμους μπορεί να περιορίσει την κατανάλωση καυσίμου χωρίς να απαιτεί καμία τεχνολογική αλλαγή.

Η πρόταση για απόσυρση παλαιών diesel

Ένα ακόμη σενάριο αφορά προγράμματα απόσυρσης.

Η T&E επισημαίνει ότι μεγάλο ποσοστό των diesel οχημάτων στην Ευρώπη είναι πολύ παλιό.

Σύμφωνα με την ανάλυσή της, εάν το σημερινό πρόσθετο κόστος του diesel συνεχιζόταν μέχρι τα Χριστούγεννα, η συνολική οικονομική επιβάρυνση θα ήταν αντίστοιχη με ένα τεράστιο πρόγραμμα επιδότησης για απόσυρση παλαιών πετρελαιοκίνητων οχημάτων.

Η σύγκριση χρησιμοποιείται για να δείξει πόσο μεγάλα ποσά χάνονται στην εισαγωγή ακριβότερων καυσίμων.

Πόσο μπορεί να διαρκέσει η κρίση

Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα.

Οι τιμές μπορούν να αποκλιμακωθούν αν:

  • μειωθεί η γεωπολιτική ένταση,
  • αυξηθεί η διαθέσιμη προσφορά πετρελαίου,
  • αποκατασταθούν μονάδες διύλισης,
  • υποχωρήσει η ζήτηση ή
  • αυξηθούν τα αποθέματα.

Μπορούν όμως να παραμείνουν υψηλές αν οι διεθνείς συγκρούσεις συνεχιστούν και η προσφορά παραμείνει περιορισμένη.

Η μεγάλη μεταβλητότητα σημαίνει ότι δεν υπάρχει ασφαλής πρόβλεψη για το πότε οι τιμές θα επιστρέψουν στα προηγούμενα επίπεδα.

Τι σημαίνει η κρίση για την Ελλάδα

Η Ελλάδα δεν βρίσκεται μέχρι στιγμής ανάμεσα στις χώρες με τη μεγαλύτερη ποσοστιαία άνοδο.

Ωστόσο, αυτό δεν προσφέρει πλήρη προστασία.

Η ελληνική οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις οδικές μεταφορές.

Παράλληλα, οι μεταφορές έχουν ιδιαίτερη σημασία για τον τουρισμό, τα νησιά, τη διανομή τροφίμων και την εφοδιαστική αλυσίδα.

Εάν το diesel παραμείνει ακριβό για μεγάλο χρονικό διάστημα, το πρόσθετο κόστος μπορεί να εμφανιστεί σταδιακά σε μεταφορικά, υπηρεσίες και προϊόντα.

Το κρίσιμο στοίχημα για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις

Οι κυβερνήσεις καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα σε δύο στόχους.

Ο πρώτος είναι η άμεση προστασία των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων από ένα ενεργειακό σοκ.

Ο δεύτερος είναι να μην δημιουργηθεί μόνιμη εξάρτηση από πολύ ακριβές επιδοτήσεις.

Οι οριζόντιες μειώσεις φόρων είναι δημοφιλείς, αλλά κοστίζουν δισεκατομμύρια.

Οι στοχευμένες επιδοτήσεις είναι πιο οικονομικές, αλλά απαιτούν κριτήρια και γραφειοκρατία.

Παράλληλα, οποιαδήποτε πολιτική στήριξης πρέπει να συνδυάζεται με τη μακροπρόθεσμη μετάβαση σε λιγότερο πετρελαιοεξαρτώμενες μεταφορές.

Μία κρίση που δεν αφορά μόνο την τιμή στην αντλία

Η εικόνα στα ευρωπαϊκά πρατήρια είναι μόνο η πιο ορατή πλευρά ενός μεγαλύτερου προβλήματος.

Η κρίση αφορά την ενεργειακή ασφάλεια, τη βιομηχανία, τις μεταφορές, τον πληθωρισμό και την εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.

Η αύξηση κατά 23,8% στις τιμές καυσίμων και λιπαντικών μέσα σε έναν χρόνο και η μηνιαία εκτίναξη 8,3% στο diesel δείχνουν ότι οι πιέσεις παραμένουν ισχυρές.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσο θα κοστίσει το επόμενο γέμισμα.

Είναι για πόσο ακόμη η ευρωπαϊκή οικονομία θα μπορεί να απορροφά ένα τόσο υψηλό ενεργειακό κόστος χωρίς να μεταφέρεται η επιβάρυνση σε ολόκληρη την αγορά.

Διαβάστε επίσης