Η Βουλή ψηφίζει έναν νόμο.
Ο νόμος δημοσιεύεται.
Αρχίζει να εφαρμόζεται.
Τι συμβαίνει όμως αν κάποιος υποστηρίξει ότι αυτός ο νόμος παραβιάζει το Σύνταγμα;
Ποιος έχει τον τελευταίο λόγο;
Μπορεί ένα δικαστήριο να αρνηθεί να εφαρμόσει έναν νόμο που έχει ψηφιστεί κανονικά από τη Βουλή;
Η απάντηση είναι ναι.
Και εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες λειτουργίες ενός σύγχρονου κράτους δικαίου:
ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων.
Πρόκειται για τον μηχανισμό μέσω του οποίου εξετάζεται αν οι νόμοι που ψηφίζει η νομοθετική εξουσία βρίσκονται μέσα στα όρια που θέτει το Σύνταγμα.
Το ζήτημα δεν είναι απλώς νομικό.
Βρίσκεται στην καρδιά της δημοκρατίας.
Γιατί ένα Σύνταγμα δεν έχει πραγματική αξία αν μπορεί οποιαδήποτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία να το παρακάμπτει απλώς ψηφίζοντας έναν νέο νόμο.

Τι είναι το Σύνταγμα;
Το Σύνταγμα αποτελεί τον θεμελιώδη νόμο ενός κράτους.
Καθορίζει:
- τη μορφή του πολιτεύματος,
- τη λειτουργία των θεσμών,
- τις αρμοδιότητες των κρατικών οργάνων,
- τα βασικά δικαιώματα των πολιτών,
- τα όρια άσκησης της κρατικής εξουσίας.
Οι συνηθισμένοι νόμοι πρέπει να είναι συμβατοί με αυτό.
Με απλά λόγια, η Βουλή έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί νόμους, αλλά δεν διαθέτει απεριόριστη εξουσία.
Το Σύνταγμα βρίσκεται πάνω από τον κοινό νόμο.
Γιατί χρειάζεται έλεγχος της συνταγματικότητας;
Ας υποθέσουμε ότι ψηφίζεται ένας νόμος που περιορίζει ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα.
Αν δεν υπήρχε κανένας μηχανισμός ελέγχου, ο νόμος θα εφαρμοζόταν ανεξάρτητα από το αν παραβίαζε το Σύνταγμα.
Έτσι η συνταγματική προστασία θα είχε μικρή πρακτική αξία.
Ο συνταγματικός έλεγχος λειτουργεί επομένως ως θεσμικό φρένο.
Επιτρέπει στη δικαστική εξουσία να εξετάζει αν η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία κινούνται μέσα στα όρια που θέτει το Σύνταγμα.
Αυτή η λειτουργία συνδέεται άμεσα με τη γενικότερη αρχή της διάκρισης των εξουσιών.
Για περισσότερα μπορείς να διαβάσεις το άρθρο του YourNews Διάκριση των Εξουσιών: Πώς Λειτουργεί και Γιατί Αποτελεί Θεμέλιο της Δημοκρατίας.
Τι προβλέπει το ελληνικό Σύνταγμα;
Η πιο σημαντική διάταξη βρίσκεται στο άρθρο 93 παράγραφος 4.
Το Σύνταγμα προβλέπει ότι τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν έναν νόμο όταν το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.
Αυτό σημαίνει ότι ο δικαστής δεν εξετάζει μόνο:
«Τι λέει ο νόμος;»
Εξετάζει επίσης:
«Είναι αυτός ο νόμος συμβατός με το Σύνταγμα;»
Αν η απάντηση είναι αρνητική, ο νόμος μπορεί να μην εφαρμοστεί στη συγκεκριμένη υπόθεση.

Η Ελλάδα δεν λειτουργεί όπως όλες οι άλλες χώρες
Υπάρχουν δύο βασικά μοντέλα συνταγματικού ελέγχου.
Το πρώτο είναι το λεγόμενο:
συγκεντρωτικό σύστημα.
Σε αυτό υπάρχει συνήθως ένα ειδικό Συνταγματικό Δικαστήριο.
Το δεύτερο είναι το:
διάχυτο σύστημα.
Σε αυτό, διαφορετικά δικαστήρια μπορούν να εξετάζουν ζητήματα συνταγματικότητας όταν αυτά εμφανίζονται σε συγκεκριμένες υποθέσεις.
Η Ελλάδα ακολουθεί κατά βάση το δεύτερο μοντέλο.
Δεν υπάρχει ένα ενιαίο Συνταγματικό Δικαστήριο με τη μορφή που συναντάται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Τι σημαίνει “διάχυτος έλεγχος”;
Σημαίνει ότι ο έλεγχος δεν ανήκει αποκλειστικά σε ένα συγκεκριμένο δικαστήριο.
Ένα δικαστήριο που εξετάζει μία υπόθεση μπορεί να χρειαστεί να αποφασίσει αν ο νόμος που καλείται να εφαρμόσει είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα.
Το ζήτημα μπορεί να εμφανιστεί:
σε διοικητική υπόθεση,
σε αστική διαφορά,
σε ποινική διαδικασία.
Αυτό είναι το νόημα του διάχυτου ελέγχου.
Η δυνατότητα ελέγχου βρίσκεται μέσα στο δικαστικό σύστημα και όχι αποκλειστικά σε έναν μόνο θεσμό.
Τι σημαίνει “παρεμπίπτων έλεγχος”;
Ο ελληνικός έλεγχος χαρακτηρίζεται συχνά και παρεμπίπτων.
Αυτό σημαίνει ότι το δικαστήριο δεν εξετάζει συνήθως έναν νόμο γενικά και αφηρημένα επειδή κάποιος απλώς θέλει να μάθει αν είναι συνταγματικός.
Το ζήτημα προκύπτει μέσα σε μία πραγματική δικαστική υπόθεση.
Για παράδειγμα:
ένας πολίτης προσβάλλει μία διοικητική πράξη.
Η πράξη βασίζεται σε συγκεκριμένο νόμο.
Ο πολίτης υποστηρίζει ότι ο νόμος παραβιάζει το Σύνταγμα.
Το δικαστήριο τότε καλείται να εξετάσει το ζήτημα της συνταγματικότητας για να αποφασίσει την υπόθεση.
Το δικαστήριο “καταργεί” τον νόμο;
Εδώ χρειάζεται μία σημαντική διάκριση.
Στο κλασικό μοντέλο του διάχυτου ελέγχου, ένα δικαστήριο που θεωρεί έναν νόμο αντισυνταγματικό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τον διαγράφει από το νομικό σύστημα για όλους.
Δεν τον εφαρμόζει στη συγκεκριμένη υπόθεση.
Στην πράξη, βέβαια, όταν ανώτατα δικαστήρια διαμορφώνουν σταθερή νομολογία ότι μία διάταξη είναι αντισυνταγματική, η σημασία της απόφασης είναι πολύ ευρύτερη.
Ο νομοθέτης συχνά καλείται να προσαρμόσει το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο.
Ποια δικαστήρια έχουν σημαντικό ρόλο;
Στην κορυφή των διαφορετικών κλάδων της ελληνικής δικαιοσύνης βρίσκονται σημαντικά ανώτατα δικαστήρια.
Μεταξύ αυτών:
Συμβούλιο της Επικρατείας
Αποτελεί το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο.
Εξετάζει σημαντικές διοικητικές διαφορές και προσφυγές κατά διοικητικών πράξεων.
Πολλές κρίσιμες αποφάσεις συνταγματικότητας έχουν διαμορφωθεί μέσα από τη νομολογία του.
Άρειος Πάγος
Αποτελεί το ανώτατο πολιτικό και ποινικό δικαστήριο.
Ελεγκτικό Συνέδριο
Διαθέτει σημαντικές αρμοδιότητες σχετικά με τον έλεγχο δημοσίων οικονομικών και συγκεκριμένες δικαστικές διαφορές.

Τι είναι το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο;
Το Σύνταγμα προβλέπει επίσης το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.
Οι αρμοδιότητές του είναι ιδιαίτερες.
Μεταξύ άλλων εξετάζει:
- εκλογικές ενστάσεις,
- ζητήματα κύρους δημοψηφισμάτων,
- συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών ανώτατων δικαστηρίων,
- ορισμένες περιπτώσεις σχετικές με την ερμηνεία ή την εφαρμογή νόμων.
Δεν είναι όμως ένα κλασικό Συνταγματικό Δικαστήριο όπως αυτά που λειτουργούν σε άλλες χώρες.
Γιατί η ανεξαρτησία των δικαστών είναι απαραίτητη
Ο συνταγματικός έλεγχος δεν θα είχε πραγματικό νόημα αν η κυβέρνηση ή η Βουλή μπορούσαν να υποδεικνύουν στους δικαστές τι πρέπει να αποφασίσουν.
Για αυτό το άρθρο 87 του Συντάγματος κατοχυρώνει τη λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών.
Ο δικαστής πρέπει να μπορεί να αποφασίζει με βάση:
το Σύνταγμα,
τους νόμους,
και τη δικανική του κρίση.
Όχι με βάση πολιτικές εντολές.
Γιατί ο δικαστικός έλεγχος δεν θεωρείται “παρέμβαση” της Δικαιοσύνης στην πολιτική;
Το ερώτημα εμφανίζεται συχνά.
Αφού οι βουλευτές έχουν εκλεγεί από τον λαό, γιατί ένας δικαστής μπορεί να μην εφαρμόσει έναν νόμο που ψήφισε η Βουλή;
Η απάντηση βρίσκεται ακριβώς στη συνταγματική δημοκρατία.
Η δημοκρατία δεν σημαίνει μόνο:
«αποφασίζει η πλειοψηφία».
Σημαίνει:
«η πλειοψηφία κυβερνά μέσα στα όρια του Συντάγματος».
Το ίδιο το Σύνταγμα εξουσιοδοτεί τη δικαστική εξουσία να ελέγχει τη συνταγματικότητα των νόμων.
Άρα ο δικαστικός έλεγχος δεν βρίσκεται έξω από το δημοκρατικό σύστημα.
Αποτελεί μέρος του.
Μπορεί η Βουλή να ψηφίσει οποιονδήποτε νόμο θέλει;
Όχι.
Η Βουλή διαθέτει ευρύτατη νομοθετική αρμοδιότητα, αλλά πρέπει να σέβεται:
- το Σύνταγμα,
- τα θεμελιώδη δικαιώματα,
- το ευρωπαϊκό δίκαιο όπου εφαρμόζεται,
- τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας.
Έτσι μία κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν μπορεί απλώς να καταργήσει μέσω ενός συνηθισμένου νόμου μία συνταγματική εγγύηση.
Για να αλλάξει το ίδιο το Σύνταγμα απαιτείται ειδική διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης.
Τι είναι η συνταγματική αναθεώρηση;
Το Σύνταγμα μπορεί να αλλάξει.
Αλλά όχι τόσο εύκολα όσο ένας κοινός νόμος.
Η αναθεώρηση ακολουθεί ειδική διαδικασία που προβλέπεται από το ίδιο το Σύνταγμα.
Η λογική είναι ότι οι θεμελιώδεις κανόνες του πολιτεύματος πρέπει να διαθέτουν μεγαλύτερη σταθερότητα.
Αν μπορούσαν να αλλάξουν με μία απλή κοινοβουλευτική ψηφοφορία, η ανωτερότητα του Συντάγματος θα έχανε σημαντικό μέρος της πρακτικής της αξίας.
Γιατί υπάρχουν συνταγματικά δικαιώματα;
Τα δικαιώματα λειτουργούν ως όρια στην κρατική εξουσία.
Παραδείγματα είναι:
- η ισότητα,
- η προσωπική ελευθερία,
- η ελευθερία έκφρασης,
- η προστασία της ιδιωτικής ζωής,
- η θρησκευτική ελευθερία,
- η δικαστική προστασία.
Όταν ένας νόμος περιορίζει κάποιο δικαίωμα, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει αν ο περιορισμός είναι σύμφωνος με τις συνταγματικές απαιτήσεις.
Τι είναι η αρχή της αναλογικότητας;
Μία πολύ σημαντική έννοια στον έλεγχο της κρατικής δράσης είναι η αναλογικότητα.
Με απλά λόγια, ακόμη και όταν το κράτος έχει νόμιμο λόγο να περιορίσει ένα δικαίωμα, το μέτρο δεν πρέπει να είναι υπερβολικό σε σχέση με τον στόχο.
Ένα κράτος μπορεί, για παράδειγμα, να θεσπίζει περιορισμούς για λόγους δημόσιας ασφάλειας.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε περιορισμός είναι αυτομάτως συνταγματικός.
Πρέπει να εξετάζεται αν είναι:
κατάλληλος,
αναγκαίος,
και αναλογικός.
Η συνταγματικότητα δεν είναι πάντα προφανής
Υπάρχουν εύκολες περιπτώσεις.
Υπάρχουν όμως και εξαιρετικά δύσκολες.
Μπορεί να συγκρούονται δύο διαφορετικά συνταγματικά αγαθά.
Για παράδειγμα:
ελευθερία έκφρασης
και
προστασία προσωπικότητας.
Ή:
δημόσια ασφάλεια
και
προστασία ιδιωτικής ζωής.
Σε τέτοιες περιπτώσεις το δικαστήριο πρέπει να εξετάσει πώς μπορούν να εξισορροπηθούν τα διαφορετικά δικαιώματα.

Το Σύνταγμα δεν λειτουργεί μόνο σε “μεγάλες” πολιτικές υποθέσεις
Ο συνταγματικός έλεγχος μπορεί να επηρεάζει πολύ καθημερινά θέματα.
Φορολογία.
Συντάξεις.
Εργασιακές σχέσεις.
Δημόσια διοίκηση.
Περιουσία.
Εκπαίδευση.
Προσωπικά δεδομένα.
Δεν αφορά μόνο διαμάχες μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.
Μπορεί να αφορά άμεσα έναν απλό πολίτη.
Τι συμβαίνει όταν κάποιος προσβάλλει μία διοικητική απόφαση;
Ένας πολίτης μπορεί να θεωρεί ότι μία διοικητική πράξη παραβιάζει τα δικαιώματά του.
Ανάλογα με την περίπτωση και τη διαδικασία, μπορεί να προσφύγει ενώπιον της αρμόδιας δικαιοσύνης.
Το δικαστήριο δεν εξετάζει μόνο αν η διοίκηση τήρησε έναν νόμο.
Μπορεί να χρειαστεί να εξετάσει και αν ο ίδιος ο νόμος στον οποίο βασίστηκε η διοίκηση είναι συμβατός με το Σύνταγμα.
Αυτή είναι μία από τις πιο πρακτικές μορφές δικαστικού ελέγχου της κρατικής εξουσίας.
Το κράτος δικαίου βασίζεται στον δικαστικό έλεγχο
Σε ένα κράτος δικαίου δεν αρκεί να υπάρχουν νόμοι.
Πρέπει να υπάρχουν και ανεξάρτητα δικαστήρια που μπορούν να ελέγξουν αν το ίδιο το κράτος συμμορφώνεται με αυτούς.
Η αποτελεσματική δικαστική προστασία θεωρείται βασικό στοιχείο του κράτους δικαίου και στο ευρωπαϊκό θεσμικό σύστημα.
Χωρίς ανεξάρτητο δικαστικό έλεγχο, τα δικαιώματα θα μπορούσαν να υπάρχουν μόνο στα χαρτιά.
Τι ρόλο παίζει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
Για την Ελλάδα υπάρχει και μία ακόμη διάσταση.
Η χώρα είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτό σημαίνει ότι τα ελληνικά δικαστήρια εφαρμόζουν όχι μόνο το εθνικό δίκαιο αλλά και το ευρωπαϊκό δίκαιο στις περιπτώσεις όπου αυτό έχει εφαρμογή.
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η ύπαρξη αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του κράτους δικαίου.
Παράλληλα, το άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ κατοχυρώνει το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής και δίκαιης δίκης.
Τι γίνεται όταν υπάρχει ζήτημα ευρωπαϊκού δικαίου;
Ένα εθνικό δικαστήριο μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ερμηνεύσει μία διάταξη του ενωσιακού δικαίου.
Αυτό γίνεται μέσω της λεγόμενης:
προδικαστικής παραπομπής.
Το εθνικό δικαστήριο στέλνει ένα ερώτημα στο ΔΕΕ.
Το Δικαστήριο της ΕΕ εξηγεί πώς πρέπει να ερμηνευτεί το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Και στη συνέχεια το εθνικό δικαστήριο εφαρμόζει την ερμηνεία στην υπόθεση που εξετάζει.
Υπάρχει κίνδυνος “κυβέρνησης των δικαστών”;
Οι επικριτές ισχυρού δικαστικού ελέγχου μερικές φορές χρησιμοποιούν τον όρο:
judicial activism.
Η ανησυχία είναι ότι οι δικαστές μπορεί να πάψουν να ερμηνεύουν το δίκαιο και να αρχίσουν ουσιαστικά να δημιουργούν πολιτική.
Από την άλλη πλευρά, αν τα δικαστήρια είναι υπερβολικά διστακτικά, υπάρχει ο κίνδυνος να μην προστατεύουν αποτελεσματικά τα συνταγματικά δικαιώματα.
Η ισορροπία είναι λεπτή.
Ο δικαστής δεν είναι εκλεγμένος νομοθέτης.
Αλλά έχει υποχρέωση να προστατεύει το Σύνταγμα.
Γιατί οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να αιτιολογούνται;
Η δικαστική εξουσία δεν πρέπει να αποφασίζει αυθαίρετα.
Για αυτό οι αποφάσεις πρέπει να περιλαμβάνουν αιτιολογία.
Το άρθρο 93 του Συντάγματος προβλέπει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη.
Έτσι:
οι διάδικοι γνωρίζουν γιατί αποφασίστηκε κάτι,
οι ανώτεροι δικαστές μπορούν να ελέγξουν την απόφαση,
και η κοινωνία μπορεί να κατανοήσει τη νομική λογική.
Τι σημαίνει δημοσιότητα της Δικαιοσύνης;
Το ίδιο άρθρο προβλέπει κατά κανόνα τη δημοσιότητα των συνεδριάσεων των δικαστηρίων, με συγκεκριμένες εξαιρέσεις.
Η δημοσιότητα αποτελεί επίσης μηχανισμό διαφάνειας.
Μία δικαστική εξουσία που λειτουργεί μόνιμα πίσω από κλειστές πόρτες θα ήταν δυσκολότερο να ελεγχθεί από την κοινωνία.
Μπορεί ένας αντισυνταγματικός νόμος να παραμένει τυπικά σε ισχύ;
Ναι, αυτό μπορεί να συμβεί στο ελληνικό μοντέλο.
Επειδή ο έλεγχος είναι κατά βάση διάχυτος και παρεμπίπτων, μία δικαστική απόφαση μπορεί να οδηγήσει στη μη εφαρμογή μιας διάταξης χωρίς να σημαίνει ότι η διάταξη εξαφανίζεται αυτομάτως από το κείμενο του νόμου.
Στην πράξη όμως μία πάγια κρίση των ανώτατων δικαστηρίων δημιουργεί ισχυρή πίεση για νομοθετική αλλαγή.
Ποιος έχει τελικά τον τελευταίο λόγο;
Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται.
Η Βουλή δημιουργεί τους νόμους.
Η κυβέρνηση τους εφαρμόζει.
Τα δικαστήρια τους ερμηνεύουν και ελέγχουν τη συμβατότητά τους με το Σύνταγμα.
Η Βουλή μπορεί στη συνέχεια να αλλάξει τη νομοθεσία.
Και το ίδιο το Σύνταγμα μπορεί να αναθεωρηθεί μόνο με την ειδική διαδικασία που προβλέπει.
Πρόκειται επομένως για έναν συνεχή θεσμικό διάλογο.
Και εδώ ξαναβλέπουμε τη σημασία της διάκρισης των εξουσιών.
Καμία εξουσία δεν λειτουργεί εντελώς απομονωμένη.
Καμία όμως δεν πρέπει να ελέγχει απόλυτα τις υπόλοιπες.
Γιατί ο συνταγματικός έλεγχος αφορά όλους μας
Μπορεί ο όρος να ακούγεται τεχνικός.
Στην πραγματικότητα όμως αφορά μία πολύ απλή αρχή:
υπάρχουν κανόνες που δεσμεύουν ακόμη και αυτούς που δημιουργούν τους νόμους.
Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της συνταγματικής δημοκρατίας.
Το κράτος δεν βρίσκεται πάνω από το Σύνταγμα.
Η κυβέρνηση δεν βρίσκεται πάνω από το Σύνταγμα.
Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν βρίσκεται πάνω από το Σύνταγμα.
Και όταν υπάρχει αμφιβολία, τα δικαστήρια καλούνται να εξετάσουν αν τα όρια αυτά έχουν τηρηθεί.
Η πραγματική σημασία του Συντάγματος
Ένα Σύνταγμα δεν είναι απλώς ένα ιστορικό κείμενο που βρίσκεται σε μία βιβλιοθήκη.
Είναι ένα ενεργό σύνολο κανόνων που καθορίζει:
ποιος έχει εξουσία,
πώς μπορεί να την χρησιμοποιεί,
και πού αυτή η εξουσία σταματά.
Ο έλεγχος της συνταγματικότητας είναι ο μηχανισμός που μετατρέπει αυτές τις αρχές από θεωρία σε πράξη.
Γιατί ένα δικαίωμα έχει πραγματική αξία μόνο όταν υπάρχει τρόπος να προστατευθεί.
Και ένα Σύνταγμα έχει πραγματική ισχύ μόνο όταν ακόμη και ένας νόμος που ψηφίστηκε από την πλειοψηφία μπορεί να ελεγχθεί ως προς τη συμβατότητά του με αυτό.
Τι είναι ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων;
Είναι η διαδικασία μέσω της οποίας τα δικαστήρια εξετάζουν αν μία νομοθετική διάταξη είναι συμβατή με το Σύνταγμα.
Μπορεί ένα ελληνικό δικαστήριο να μην εφαρμόσει έναν νόμο;
Ναι. Το άρθρο 93 παράγραφος 4 του Συντάγματος προβλέπει ότι τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που είναι αντίθετος προς το Σύνταγμα.
Υπάρχει Συνταγματικό Δικαστήριο στην Ελλάδα;
Η Ελλάδα δεν διαθέτει ένα ξεχωριστό Συνταγματικό Δικαστήριο του κλασικού συγκεντρωτικού μοντέλου. Ο έλεγχος της συνταγματικότητας ασκείται κατά βάση από τα δικαστήρια μέσα σε συγκεκριμένες υποθέσεις.
Τι σημαίνει διάχυτος έλεγχος;
Σημαίνει ότι η δυνατότητα εξέτασης της συνταγματικότητας δεν ανήκει αποκλειστικά σε ένα δικαστήριο αλλά μπορεί να ασκηθεί από διαφορετικά δικαστήρια.
Γιατί είναι σημαντική η ανεξαρτησία των δικαστών;
Επειδή ο συνταγματικός έλεγχος μπορεί να λειτουργήσει πραγματικά μόνο όταν οι δικαστές μπορούν να αποφασίζουν χωρίς πολιτικές ή άλλες εξωτερικές πιέσεις.
Πηγές
- Βουλή των Ελλήνων – Σύνταγμα της Ελλάδας, Άρθρο 93
- Βουλή των Ελλήνων – Σύνταγμα της Ελλάδας, Άρθρο 87
- Βουλή των Ελλήνων – Σύνταγμα της Ελλάδας, Άρθρο 100 – Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο
- Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης / EUR-Lex – Effective Judicial Protection and Rule of Law
- EUR-Lex – Judicial Review and Rule of Law