Skip to content

Φέτα έως 18 ευρώ το κιλό: Γιατί ακριβαίνει και τι απειλεί τις εξαγωγές

Πέτρος Ιωάννου

Η φέτα φτάνει έως και τα 18 ευρώ το κιλό. Πού οφείλεται η άνοδος της τιμής, τι πιέζει την παραγωγή και ποιες προκλήσεις αντιμετωπίζουν οι ελληνικές εξαγωγές.

1 λεπτά ανάγνωση | 23 Σεπ 2026

Η φέτα, ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα προϊόντα της ελληνικής διατροφής, γίνεται ολοένα ακριβότερη για το καθημερινό τραπέζι, με την τιμή της σε ορισμένα σημεία πώλησης να φτάνει ακόμη και τα 18 ευρώ το κιλό.

Η αύξηση αυτή προκαλεί πίεση στα νοικοκυριά, καθώς πρόκειται για ένα τρόφιμο που παραδοσιακά αγοράζεται σε σταθερή βάση από πολλές ελληνικές οικογένειες. Ταυτόχρονα, το κόστος παραγωγής και η ανάγκη να παραμείνει το προϊόν ανταγωνιστικό στο εξωτερικό δημιουργούν μία πολύ πιο σύνθετη εικόνα για ολόκληρο τον κλάδο.

Η συζήτηση δεν αφορά μόνο το πόσο πληρώνει ο καταναλωτής στο σούπερ μάρκετ. Συνδέεται άμεσα με την κατάσταση της ελληνικής κτηνοτροφίας, το κόστος του αιγοπρόβειου γάλακτος, τις ζωοτροφές, την ενέργεια, τις μεταφορές και την επάρκεια της πρώτης ύλης.

Παράλληλα, η φέτα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά εξαγώγιμα τρόφιμα και η διατήρηση της ισχυρής θέσης της στις διεθνείς αγορές είναι κομβική τόσο για τους παραγωγούς όσο και για την ελληνική οικονομία.

Φέτα στα 18 ευρώ το κιλό – Τι σημαίνει για τον καταναλωτή

Η τιμή των 18 ευρώ ανά κιλό δεν αποτελεί ενιαία τιμή για όλη την αγορά.

Η φέτα μπορεί να πωλείται σε σημαντικά διαφορετικά επίπεδα ανάλογα με τη μάρκα, τον παραγωγό, τον τύπο συσκευασίας, το σημείο πώλησης και τις προσφορές.

Ωστόσο, το γεγονός ότι η λιανική τιμή μπορεί πλέον να αγγίζει αυτά τα επίπεδα δείχνει πόσο έχει αυξηθεί το κόστος ενός προϊόντος που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν αυτονόητη αγορά για πολλά νοικοκυριά.

Για μία οικογένεια που καταναλώνει ένα κιλό φέτα την εβδομάδα, ακόμη και λίγα ευρώ αύξησης ανά κιλό μετατρέπονται σε σημαντική επιβάρυνση σε μηνιαία και ετήσια βάση.

Και όταν η αύξηση στη φέτα προστίθεται στις ανατιμήσεις άλλων βασικών τροφίμων, το συνολικό κόστος του καλαθιού γίνεται αισθητά μεγαλύτερο.

Γιατί ανεβαίνει η τιμή της φέτας

Η τελική τιμή ενός κιλού φέτας δεν καθορίζεται από έναν μόνο παράγοντα.

Πριν φτάσει το προϊόν στο ψυγείο του καταστήματος, προηγείται μία ολόκληρη παραγωγική και εφοδιαστική αλυσίδα.

Σε αυτή περιλαμβάνονται:

  • η εκτροφή των ζώων,
  • το κόστος των ζωοτροφών,
  • η παραγωγή και συλλογή του γάλακτος,
  • η μεταποίηση,
  • η ωρίμανση,
  • η συσκευασία,
  • η ψύξη,
  • η αποθήκευση,
  • οι μεταφορές,
  • η διανομή και
  • το περιθώριο του λιανεμπορίου.

Όταν αυξάνεται το κόστος σε περισσότερα από ένα στάδια ταυτόχρονα, η πίεση περνά σταδιακά στην τελική τιμή.

Το αιγοπρόβειο γάλα βρίσκεται στον πυρήνα της παραγωγής

Η αυθεντική φέτα ΠΟΠ δεν μπορεί να παραχθεί με οποιοδήποτε γάλα.

Σύμφωνα με τις προδιαγραφές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η φέτα παρασκευάζεται από πρόβειο γάλα ή από μείγμα πρόβειου και γίδινου γάλακτος, ενώ η παραγωγή της συνδέεται με συγκεκριμένες περιοχές της Ελλάδας και αυστηρούς κανόνες.

Αυτό σημαίνει ότι η διαθεσιμότητα και η τιμή του ελληνικού αιγοπρόβειου γάλακτος έχουν άμεση επίδραση στο τελικό κόστος.

Σε αντίθεση με ένα βιομηχανικό λευκό τυρί που μπορεί να παραχθεί με διαφορετικούς συνδυασμούς πρώτων υλών, η φέτα ΠΟΠ έχει αυστηρά καθορισμένη ταυτότητα.

Αυτό αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα ως προς την ποιότητα και την εμπορική της αξία, αλλά περιορίζει ταυτόχρονα τη δυνατότητα των παραγωγών να αντικαταστήσουν εύκολα την πρώτη ύλη όταν υπάρχει έλλειψη ή μεγάλη αύξηση του κόστους.

Το κόστος των ζωοτροφών πιέζει την κτηνοτροφία

Ένα από τα βασικότερα έξοδα μιας κτηνοτροφικής μονάδας είναι οι ζωοτροφές.

Οι παραγωγοί χρειάζονται καθημερινά μεγάλες ποσότητες για να διατηρήσουν τα κοπάδια σε καλή κατάσταση και να εξασφαλίσουν σταθερή παραγωγή γάλακτος.

Όταν αυξάνεται η τιμή των δημητριακών, των ζωοτροφών ή της μεταφοράς τους, το κόστος για τον κτηνοτρόφο ανεβαίνει άμεσα.

Παράλληλα υπάρχουν δαπάνες για καύσιμα, ηλεκτρικό ρεύμα, κτηνιατρικές υπηρεσίες, συντήρηση εγκαταστάσεων και εργατικό κόστος.

Έτσι, ακόμη και αν ο καταναλωτής βλέπει μόνο την τελική τιμή των 15, 16 ή 18 ευρώ, πίσω από αυτή βρίσκεται μία πολύ μεγαλύτερη οικονομική αλυσίδα.

Η υψηλή τιμή στο ράφι δεν σημαίνει ότι κερδίζει ο κτηνοτρόφος

Ένα συχνό λάθος είναι να θεωρείται ότι όσο αυξάνεται η τιμή στο σούπερ μάρκετ τόσο περισσότερο κερδίζει και ο παραγωγός.

Στην πράξη δεν λειτουργεί απαραίτητα έτσι.

Ο κτηνοτρόφος πληρώνεται για το γάλα που παραδίδει.

Στη συνέχεια μεσολαβούν η τυροκομική επιχείρηση, η επεξεργασία, η ωρίμανση, η συσκευασία, οι μεταφορές, οι αποθήκες και η λιανική.

Κάθε ένα από αυτά τα στάδια έχει ξεχωριστά λειτουργικά έξοδα.

Επομένως, η αύξηση της λιανικής τιμής δεν μεταφράζεται αυτόματα σε αντίστοιχη αύξηση του εισοδήματος του αρχικού παραγωγού.

Η ενέργεια και η ψύξη αυξάνουν το κόστος

Τα γαλακτοκομικά προϊόντα απαιτούν συνεχή ψύξη.

Από τη στιγμή της συλλογής του γάλακτος μέχρι την τελική πώληση, η ψυκτική αλυσίδα πρέπει να παραμένει ενεργή.

Τα τυροκομεία λειτουργούν ενεργοβόρο εξοπλισμό, ενώ οι αποθήκες και τα φορτηγά ψυγεία χρειάζονται συνεχή κατανάλωση ενέργειας.

Αυτό σημαίνει ότι οι αυξήσεις στην ηλεκτρική ενέργεια και στα καύσιμα έχουν ιδιαίτερα μεγάλη σημασία για έναν κλάδο όπως τα γαλακτοκομικά.

Η συσκευασία και οι μεταφορές

Σημαντικό κόστος υπάρχει και στη συσκευασία.

Πλαστικά δοχεία, μεταλλικοί περιέκτες, χαρτοκιβώτια, ετικέτες και υλικά συσκευασίας έχουν όλα δικό τους κόστος παραγωγής και μεταφοράς.

Στις εξαγωγές το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο.

Η φέτα που προορίζεται για μακρινές αγορές πρέπει να μεταφερθεί με απόλυτη ασφάλεια και υπό ελεγχόμενες θερμοκρασίες.

Όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση, τόσο αυξάνεται το συνολικό logistics cost.

Η φέτα δεν είναι απλώς ένα ακόμη λευκό τυρί

Η εμπορική αξία της ελληνικής φέτας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ιδιότητά της ως προϊόντος Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιγράφει τη φέτα ως ένα από τα κορυφαία προϊόντα γεωγραφικής ένδειξης της Ελλάδας και σημειώνει ότι αντιστοιχεί περίπου στο 10% των ελληνικών εξαγωγών τροφίμων.

Αυτό από μόνο του δείχνει τη σημασία του προϊόντος για την ελληνική οικονομία.

Δεν πρόκειται μόνο για ένα τρόφιμο που καταναλώνεται στο εσωτερικό.

Είναι ουσιαστικά ένα παγκόσμιο ελληνικό brand.

Τι σημαίνει ΠΟΠ για τη φέτα

Η ένδειξη ΠΟΠ προστατεύει το όνομα και την ταυτότητα του προϊόντος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Για να πωλείται ένα τυρί ως φέτα ΠΟΠ πρέπει να τηρούνται συγκεκριμένες προδιαγραφές ως προς:

  • την προέλευση του γάλακτος,
  • το είδος του γάλακτος,
  • τη γεωγραφική περιοχή παραγωγής,
  • τη μέθοδο παρασκευής και
  • τη διαδικασία ωρίμανσης.

Η αυστηρότητα αυτή είναι ένας από τους λόγους που η φέτα έχει αποκτήσει τόσο ισχυρή διεθνή φήμη.

Παράλληλα, όμως, δημιουργεί αυξημένες υποχρεώσεις για τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Το πρόβλημα με τα λευκά τυριά στο εξωτερικό

Η κατάσταση εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πιο περίπλοκη.

Σε αρκετές χώρες κυκλοφορούν προϊόντα με την ονομασία «feta» ή «feta-style», τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με την παραδοσιακή ελληνική παραγωγή.

Ορισμένα παρασκευάζονται ακόμη και από αγελαδινό γάλα.

Αυτό δημιουργεί ένα σημαντικό εμπορικό πρόβλημα.

Ο καταναλωτής μπορεί να βλέπει δύο προϊόντα στο ίδιο ράφι:

το ελληνικό προϊόν ΠΟΠ και ένα φθηνότερο λευκό τυρί το οποίο χρησιμοποιεί παρόμοια ονομασία.

Η σύγκριση τιμής είναι τότε άνιση, επειδή τα δύο προϊόντα δεν ακολουθούν τις ίδιες προδιαγραφές παραγωγής.

Η πρόκληση της αμερικανικής αγοράς

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν μία από τις σημαντικότερες και πιο ανταγωνιστικές αγορές τροφίμων στον κόσμο.

Η αμερικανική αγορά διαθέτει μεγάλη εγχώρια γαλακτοβιομηχανία και παράγει σημαντικές ποσότητες λευκού τυριού που συχνά πωλείται ως feta.

Η παραγωγή αυτή μπορεί να χρησιμοποιεί αγελαδινό γάλα, κάτι που επιτρέπει διαφορετική διάρθρωση κόστους από την ελληνική φέτα ΠΟΠ.

Για τους Έλληνες εξαγωγείς αυτό σημαίνει ότι δεν ανταγωνίζονται μόνο άλλα εισαγόμενα premium προϊόντα.

Ανταγωνίζονται και φθηνότερες τοπικές επιλογές.

Η αμερικανική αγορά γαλακτοκομικών παραμένει ιδιαίτερα μεγάλη και σύνθετη, με σημαντικές ροές τόσο εισαγωγών όσο και εξαγωγών. Τα στοιχεία USDA για το 2026 συνεχίζουν να καταγράφουν στενά τις διεθνείς εμπορικές ροές του κλάδου.

Το εμπορικό μειονέκτημα της αυθεντικής φέτας

Η αυθεντικότητα έχει κόστος.

Ένας Έλληνας παραγωγός δεν μπορεί να μειώσει την τιμή απλώς χρησιμοποιώντας φθηνότερη πρώτη ύλη χωρίς να χάσει τον χαρακτηρισμό ΠΟΠ.

Αυτό δημιουργεί μία μόνιμη εμπορική πρόκληση.

Η Ελλάδα πρέπει να ανταγωνιστεί όχι μόνο στην τιμή αλλά κυρίως στην ποιότητα, στην αυθεντικότητα και στην αναγνωρισιμότητα.

Προτεινόμενα Επικαιρότητα Καρολάιν Κράουτς: Ο πατέρας της μιλά για τη Λυδία – «Μου λείπει πολύ» Επικαιρότητα Γιώργος Μαζωνάκης: Η τελευταία επικοινωνία με τον πρώην δικηγόρο του και τα λόγια που προκαλούν συγκίνηση

Για αυτό η προστασία της ονομασίας «φέτα» στις διεθνείς συμφωνίες αποκτά τεράστια σημασία.

Οι εξαγωγές της φέτας παραμένουν στρατηγικής σημασίας

Η διεθνής ζήτηση για ελληνικά γαλακτοκομικά προϊόντα έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες.

Η φέτα βρίσκεται σε ξεχωριστή θέση.

Πωλείται πλέον σε σούπερ μάρκετ από την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική μέχρι την Ασία και την Αυστραλία.

Η παγκόσμια εξάπλωση της μεσογειακής διατροφής έχει ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη ζήτηση.

Ωστόσο, η υψηλή ζήτηση δεν σημαίνει αυτόματα και εύκολες εξαγωγές.

Γιατί η μεγάλη ζήτηση μπορεί να γίνει πρόβλημα

Για να μπορεί μία ελληνική επιχείρηση να αυξάνει συνεχώς τις εξαγωγές της χρειάζεται σταθερές ποσότητες πρώτης ύλης.

Εάν υπάρχει περιορισμένη παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος, η επιχείρηση βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα.

Πρέπει να εξυπηρετήσει ταυτόχρονα:

  • την ελληνική αγορά,
  • τις υφιστάμενες διεθνείς συμφωνίες και
  • νέες εξαγωγικές ευκαιρίες.

Η προσφορά δεν μπορεί πάντα να αυξηθεί με τον ίδιο ρυθμό που αυξάνεται η ζήτηση.

Και όταν η ζήτηση είναι μεγαλύτερη από τη διαθέσιμη προσφορά, δημιουργούνται ανοδικές πιέσεις στις τιμές.

Η ελληνική κτηνοτροφία αποτελεί το θεμέλιο των εξαγωγών

Χωρίς βιώσιμη αιγοπροβατοτροφία δεν μπορεί να υπάρχει ισχυρή βιομηχανία φέτας.

Αυτό κάνει τη φέτα διαφορετική από πολλά άλλα ελληνικά εξαγώγιμα προϊόντα.

Η επιτυχία της στις ξένες αγορές εξαρτάται άμεσα από το αν ο κτηνοτρόφος μπορεί να συνεχίσει να παράγει.

Εάν οι μονάδες μειώνονται ή αν οι παραγωγοί εγκαταλείπουν το επάγγελμα λόγω υψηλών εξόδων, μεσοπρόθεσμα μειώνεται και η διαθέσιμη πρώτη ύλη.

Πώς επηρεάζεται ο καταναλωτής από τις εξαγωγές

Όταν ένα προϊόν έχει ισχυρή ζήτηση στο εξωτερικό, οι παραγωγοί έχουν περισσότερες διαθέσιμες αγορές στις οποίες μπορούν να το πουλήσουν.

Αυτό είναι θετικό για την οικονομία και τον κλάδο.

Μπορεί όμως παράλληλα να δημιουργήσει μεγαλύτερο ανταγωνισμό για τις διαθέσιμες ποσότητες.

Εάν η παραγωγή δεν αυξάνεται αντίστοιχα, η ισχυρή εξαγωγική ζήτηση μπορεί να λειτουργήσει ως ένας ακόμη παράγοντας που στηρίζει υψηλότερες τιμές.

Δεν σημαίνει ότι οι εξαγωγές είναι η αιτία της ακρίβειας.

Σημαίνει ότι αποτελούν μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης εξίσωσης προσφοράς και ζήτησης.

Γιατί η φέτα δεν μπορεί εύκολα να γίνει φθηνότερη

Η τιμή θα μπορούσε θεωρητικά να υποχωρήσει αν μειωνόταν σημαντικά το κόστος παραγωγής.

Ωστόσο, σε ένα προϊόν ΠΟΠ υπάρχουν όρια στις κινήσεις που μπορούν να κάνουν οι επιχειρήσεις.

Δεν μπορούν για παράδειγμα να αντικαταστήσουν αυθαίρετα το αιγοπρόβειο γάλα με φθηνότερο αγελαδινό.

Δεν μπορούν να μεταφέρουν την παραγωγή σε άλλη χώρα.

Δεν μπορούν να αλλάξουν σημαντικά τη διαδικασία χωρίς να παραβιάσουν τις προδιαγραφές.

Η προστασία της ποιότητας, επομένως, λειτουργεί ταυτόχρονα ως εμπορικό πλεονέκτημα αλλά και ως περιορισμός στην προσπάθεια μείωσης του κόστους.

Οι καταναλωτές αλλάζουν αγοραστική συμπεριφορά

Όταν η τιμή ενός προϊόντος αυξάνεται, οι καταναλωτές αρχίζουν να προσαρμόζονται.

Στην περίπτωση της φέτας, αρκετά νοικοκυριά μπορεί να:

  • αγοράζουν μικρότερες ποσότητες,
  • επιλέγουν προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας,
  • αναζητούν προσφορές,
  • συγκρίνουν περισσότερο τις τιμές,
  • μειώνουν τη συχνότητα αγοράς ή
  • επιλέγουν εναλλακτικά λευκά τυριά.

Αυτή η αλλαγή αποτελεί πρόκληση για τις επιχειρήσεις.

Εάν η τιμή αυξηθεί υπερβολικά, υπάρχει κίνδυνος να μειωθεί η κατανάλωση στην εσωτερική αγορά.

Η αντίφαση των 18 ευρώ

Η σημερινή εικόνα παρουσιάζει μία χαρακτηριστική αντίφαση.

Η φέτα είναι ίσως πιο επιτυχημένη διεθνώς από ποτέ.

Ταυτόχρονα γίνεται ολοένα ακριβότερη για τον Έλληνα καταναλωτή.

Ένα προϊόν που αποτελεί βασικό στοιχείο της ελληνικής καθημερινής διατροφής κινδυνεύει να μετατραπεί, τουλάχιστον για ορισμένα νοικοκυριά, σε προϊόν που αγοράζεται με μεγαλύτερη φειδώ.

Αυτή είναι ίσως και η μεγαλύτερη πρόκληση για τον κλάδο.

Τι θα κρίνει τις τιμές το επόμενο διάστημα

Η μελλοντική πορεία της τιμής της φέτας θα εξαρτηθεί από αρκετούς παράγοντες.

Καθοριστικό ρόλο θα έχουν:

η παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος, το κόστος ζωοτροφών, οι τιμές ενέργειας, οι μεταφορές, η ζήτηση από το εξωτερικό και η γενικότερη κατάσταση στην ελληνική κτηνοτροφία.

Εάν αυξηθεί η διαθέσιμη παραγωγή γάλακτος και υποχωρήσουν τα λειτουργικά κόστη, μπορεί να μειωθεί μέρος της πίεσης.

Αντίθετα, νέα προβλήματα στην παραγωγή ή αύξηση της διεθνούς ζήτησης χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση της προσφοράς θα μπορούσαν να διατηρήσουν τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.

Τι θα κρίνει τις ελληνικές εξαγωγές

Στις αγορές του εξωτερικού, το κρίσιμο στοίχημα είναι διαφορετικό.

Η Ελλάδα πρέπει να πείσει τον καταναλωτή ότι η πραγματική φέτα ΠΟΠ αποτελεί διαφορετικό προϊόν από ένα απλό λευκό τυρί.

Η διαφοροποίηση μέσω ποιότητας, προέλευσης και παράδοσης είναι σημαντικότερη από έναν αγώνα αποκλειστικά πάνω στην τιμή.

Παράλληλα, χρειάζονται ισχυρά δίκτυα διανομής, εμπορικές συμφωνίες, προστασία της ονομασίας και σταθερή παραγωγή.

Η διεθνής αγορά γαλακτοκομικών παραμένει ανταγωνιστική

Το διεθνές περιβάλλον δεν είναι στατικό.

Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι ευρωπαϊκές εξαγωγές τυριών παρουσίασαν μέσα στο 2026 διαφορετική εικόνα ανά αγορά, με αυξήσεις προς ορισμένους προορισμούς και μειώσεις προς άλλους, μεταξύ των οποίων και οι ΗΠΑ.

Αυτό δείχνει πόσο γρήγορα μπορούν να αλλάξουν οι εμπορικές ροές.

Οι συναλλαγματικές ισοτιμίες, οι δασμοί, οι συμφωνίες εμπορίου και οι αλλαγές στην καταναλωτική ζήτηση μπορούν να επηρεάσουν άμεσα έναν εξαγωγικό κλάδο.

Η φέτα ως εθνικό εξαγωγικό brand

Λίγα ελληνικά τρόφιμα έχουν καταφέρει να αποκτήσουν αναγνωρισιμότητα αντίστοιχη με τη φέτα.

Το προϊόν έχει συνδεθεί παγκοσμίως με την Ελλάδα και τη μεσογειακή διατροφή.

Αυτό είναι ένα τεράστιο άυλο κεφάλαιο.

Η προστασία του brand έχει επομένως μεγάλη οικονομική σημασία.

Κάθε φορά που ένα διαφορετικό λευκό τυρί πωλείται στο εξωτερικό ως «feta», μειώνεται η δυνατότητα του καταναλωτή να αντιληφθεί τη διαφορά ανάμεσα στο αυθεντικό ελληνικό προϊόν και στην απομίμηση.

Το μεγάλο στοίχημα για την επόμενη ημέρα

Για την ελληνική οικονομία, η εξίσωση είναι δύσκολη.

Από τη μία πλευρά χρειάζεται να προστατευθεί το εισόδημα του κτηνοτρόφου.

Από την άλλη πρέπει να διατηρηθεί βιώσιμη η τυροκομική βιομηχανία.

Παράλληλα, η φέτα πρέπει να παραμένει ανταγωνιστική στις αγορές του εξωτερικού αλλά και οικονομικά προσβάσιμη για τον Έλληνα καταναλωτή.

Δεν υπάρχει μία απλή λύση.

Η βιωσιμότητα του κλάδου απαιτεί ισορροπία σε ολόκληρη την αλυσίδα.

Τιμή φέτας και ελληνικές εξαγωγές

Έχει φτάσει πραγματικά η φέτα στα 18 ευρώ το κιλό;

Ναι, υπάρχουν προϊόντα και σημεία λιανικής όπου η τιμή μπορεί να φτάσει έως περίπου 18 ευρώ ανά κιλό. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι φέτες πωλούνται στην ίδια τιμή.

Γιατί έχει ακριβύνει τόσο η φέτα;

Η τιμή επηρεάζεται από το κόστος του αιγοπρόβειου γάλακτος, τις ζωοτροφές, την ενέργεια, τη μεταποίηση, τη συσκευασία, τις μεταφορές και συνολικά την κατάσταση της ελληνικής κτηνοτροφίας.

Μπορεί η φέτα ΠΟΠ να παρασκευαστεί από αγελαδινό γάλα;

Όχι. Η φέτα ΠΟΠ παρασκευάζεται από πρόβειο γάλα ή από προβλεπόμενο μείγμα πρόβειου και γίδινου γάλακτος, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές.

Γιατί υπάρχουν στο εξωτερικό τυριά από αγελαδινό γάλα που ονομάζονται feta;

Η προστασία του όρου δεν εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις αγορές εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι, σε ορισμένες χώρες κυκλοφορούν λευκά τυριά τύπου feta που δεν ακολουθούν τις ελληνικές προδιαγραφές ΠΟΠ.

Είναι σημαντική η φέτα για τις ελληνικές εξαγωγές;

Ναι. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ότι η φέτα αντιπροσωπεύει περίπου το 10% των ελληνικών εξαγωγών τροφίμων.

Γιατί οι ελληνικές εξαγωγές αντιμετωπίζουν δυσκολίες;

Οι βασικές προκλήσεις είναι το υψηλό κόστος παραγωγής και μεταφοράς, η ανάγκη εξασφάλισης επαρκούς πρώτης ύλης, ο ανταγωνισμός από φθηνότερα λευκά τυριά και το διαφορετικό καθεστώς προστασίας της ονομασίας σε αγορές εκτός ΕΕ.

Μπορεί να πέσει ξανά η τιμή της φέτας;

Είναι δυνατό, αλλά θα εξαρτηθεί από το κόστος παραγωγής, τη διαθεσιμότητα του γάλακτος, τις τιμές ζωοτροφών και ενέργειας και την εξέλιξη της ζήτησης στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Διαβάστε επίσης